Η ασθένεια του Μεταχρωματικού Έλκους του Πλατάνου
(Canker Stain Disease of Plane)
Η ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου, προκαλείται από το μύκητα Ceratocystis platani και έχει πάρει το όνομά της από το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα που προκαλεί η προσβολή στο ξύλο του πλατάνου, τον μεταχρωματισμό. Μολυσμένα δένδρα πλατάνου, εμφανίζουν χαρακτηριστικές καφέ – μαύρες ζώνες μεταχρωματισμένου ξύλου κάτω από το φλοιό τους. Άλλα συμπτώματα της ασθένειας είναι, χλώρωση, μικροφυλλία, μαρασμός των φύλλων, ημιπληγία, ξερά κλαδιά.
Κύρια στοιχεία της ασθένειας
Όνομα ασθένειας: Μεταχρωματικό έλκος πλατάνου
Επιστημονική ονομασία παθογόνου οργανισμού: Ceratocystis platani
Φυτά ξενιστές: Όλα τα είδη του πλατάνου (Platanus sp.)
Κυριότερα συμπτώματα: Χλώρωση, αραίωση, μικροφυλλία, μαρασμός, ξήρανση και μεταχρωματισμός του ξύλου
Χρονική εμφάνιση συμπτωμάτων: κατά την περίοδο ανάπτυξης και αύξησης (Άνοιξη -Καλοκαίρι)
Τι είναι ο Ceratocystis platani;
Πρόκειται για έναν ασκομύκητα του γένους Ceratocystis. Το γένος περιλαμβάνει αρκετά σημαντικά παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, κατά κύριο λόγο σε φυτά-ξενιστές με ξυλώδεις ιστούς. Ο Ceratocystis platani, προσβάλει αποκλειστικά είδη δένδρων του γένους Platanus. Εισήχθη στην Ευρώπη από την Βόρεια Αμερική κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα μετέφεραν κιβώτια από μολυσμένο ξύλο πλατάνου στην Ιταλία και την Γαλλία. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι έχουμε δύο διαφορετικές εισαγωγές. Η πρώτη αφορά την είσοδό του με μολυσμένα φυτά πλατάνου από την Ιταλία, στην Πελοπόννησο όπου και εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2003 και η δεύτερη την φυσική εξάπλωση από τα πλατανοδάση της Αλβανίας στην Ήπειρο. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ο μύκητας έχει εξαπλωθεί σχεδόν σε όλη την ηπειρωτική χώρα.
Βιολογία μύκητα
Η ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου αποτελεί μια αδρομύκωση. Ο μύκητας αφού εισέλθει στο φυτό, αποικεί τον φλοιό, το κάμβιο και τα αγγεία του ξύλου, τα οποία και φράσσονται καθώς ο μύκητας αναπτύσσεται. Η απόφραξη των αγγείων του ξύλου παρεμποδίζει την φυσιολογική τους λειτουργεία με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η μεταφορά νερού και θρεπτικών συστατικών μεταξύ των ριζών και του υπέργειου τμήματος του δέντρου. Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση συμπτωμάτων χλώρωσης, μάρανσης και τελικά ξήρανσης των κλάδων.
Ο μύκητας αναπτύσσει διαφορετικούς τύπους σπορίων οι οποίοι εξασφαλίζουν την ικανότητα του να αναπαράγεται και να επιβιώνει στα φυτά ξενιστές.
Τα σπόρια αυτά, βρίσκονται στο ξύλο, τις ρίζες και το χώμα στην ριζόσφαιρα του μολυσμένου δέντρου.
Συμπτώματα της ασθένειας
Τα γενικά συμπτώματα της ασθένειας είναι αποτέλεσμα της απόφραξης των αγγείων του ξύλου. Εμφανίζονται την άνοιξη με την αρχή της αυξητικής περιόδου και εξελίσσονται μέχρι το τέλος της, το καλοκαίρι. Αυτά είναι η μειωμένη βλάστηση, η μικροφυλλία ή/και χλώρωση των φύλλων, τα νεκρά κλαδιά, συνήθως συγκεντρωμένα στην μία πλευρά του δέντρου. Καθώς η μόλυνση επεκτείνεται στο δέντρο, τα νεκρά κλαδιά παρουσιάζονται σε ολόκληρη την κόμη. Σε μικρότερα δένδρα, μπορεί να παρατηρηθεί ολική νέκρωση του δένδρου μέσα σε μια βλαστική περίοδο.
Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ασθένειας είναι ο μεταχρωματισμός του ξύλου (κάτω από τον φλοιό, στους κλάδους και στις ρίζες του δέντρου) σε ζωντανά προσβεβλημένα δένδρα. Για την εξέταση του συμπτώματος, απαιτείται η απομάκρυνση του φλοιού. Ο μεταχρωματισμός παρουσιάζεται σαν επιμήκεις λωρίδες καστανόμαυρου χρώματος, σχήματος ελλειπτικού έως φλογοειδούς, στα όρια του ζωντανού και του νεκρού από το παθογόνο ξύλου. Σε εγκάρσιες τομές του κορμού/κλάδου ο μεταχρωματισμός φαίνεται να έχει ακτινοειδή διάταξη και περιορίζεται συνήθως στο σομφό ξύλο.
Διάδοση της ασθένειας
Η φυσική εξάπλωση του μύκητα μετά την εισαγωγή του σε μία περιοχή, πραγματοποιείται με την αναστόμωση των ριζών. Επίσης τα σπόρια του μύκητα μπορούν να μεταφερθούν με το νερό, το χώμα και τα φυτικά υπολείμματα προσβάλλοντας, μέσω πληγών, γειτονικά δέντρα.
Η εξάπλωση του μύκητα σε μεγαλύτερες αποστάσεις, πραγματοποιείται μέσω των δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Η εισβολή του παθογόνου στο δέντρο γίνεται από πληγές που δημιουργούνται από τομές κλαδέματος ή από πληγώσεις που συμβαίνουν κατά την εργασία με μηχανήματα εκσκαφής που εκτελούν χωματουργικές εργασίες σε παραποτάμια/ παραλίμνια οικοσυστήματα. Τα σπόρια του μύκητα είτε μέσα στα πριονίδια, είτε μέσα στο χώμα, επικολλώνται στα εργαλεία και τα οχήματα/ μηχανήματα, με συνέπεια να μπορούν να μεταφερθούν σε νέες περιοχές.
Αντιμετώπιση
Δεν υπάρχουν σκευάσματα χημικής αντιμετώπισης και ανθεκτικά είδη πλατάνου για τον περιορισμό της ασθένειας. Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί και να περιοριστεί η διασπορά του είναι η πρόληψη.
• Είναι απαραίτητος ο καθαρισμός και η απολύμανση όλων των εργαλείων/ μηχανημάτων πριν και μετά από τις εργασίες σε πλατάνια ή πλησίον αυτών. Με τον καθαρισμό πρέπει να απομακρυνθούν όλα τα φυτικά υπολείμματα (π.χ. πριονίδια), το χώμα κ.ο.κ. και στην συνέχεια να απολυμανθούν (διάλυμα χλωρίνης, αιθανόλης)
• Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος ακούσιας εισαγωγής και εξάπλωσης του παθογόνου απαγορεύεται η υλοτομία και η κλάδευση φυτών πλατάνου, χωρίς την έγκριση της αρμόδιας Δασικής Υπηρεσίας.
• Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί η παρουσία του παθογόνου σε μια περιοχή πρέπει να ακολουθηθούν αυστηρά όλα τα μέτρα καταπολέμησης, όπως αυτά ορίζονται από την νομοθεσία.
• Προκειμένου να μην επεκταθεί η ασθένεια, είναι απαραίτητο να απομακρυνθούν τα μολυσμένα δένδρα πλατάνου, τα πλατάνια πλησίον τους και να νεκρωθεί το ριζικό τους σύστημα, ώστε να δημιουργηθεί μια ζώνη ασφαλείας και να προστατευθούν τα υπόλοιπα πλατάνια της τοποθεσίας.
• Η μη-τήρηση όλων αυτών των μέτρων φέρει ποινικές κυρώσεις και χρηματικά πρόσθημα.
Τι σημαίνει ότι ο μύκητας είναι παθογόνο καραντίνας;
Ως παθογόνα καραντίνας, ονομάζονται οργανισμοί οι οποίοι δύναται να επιφέρουν μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή και σοβαρές οικονομικές απώλειες όταν εισέλθουν σε μια περιοχή και για τους οποίους δημιουργείται συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο τόσο για την πρόληψη εισαγωγής τους όσο και για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση τυχόν εύρεσής τους.
Ο Ceratocystis platani είναι ένα παθογόνο καραντίνας για την Ελλάδα. Η εισαγωγή του έγινε μέσω εμπορίου φυτών πλατάνου προς φύτευση και μέσω της δραστηριότητας του ανθρώπου. Υπάρχει σε μεγάλο ποσοστό της ηπειρωτικής χώρας και γίνεται προσπάθεια για τον περιορισμό της διάδοσης σε περισσότερα σημεία καθώς και στα νησιά. Ενεργά προστατεύονται μέσω της νομοθεσίας όλα τα πλατάνια που έχουν ανακηρυχθεί μνημεία της φύσης.
Ενναλακτικά φυτά για μολυσμένες περιοχές
Ο μύκητας C. platani προσβάλει αποκλειστικά μόνο είδη πλατάνου: P. occidentalis, P. orientalis, P. racemosa και P. x hispanica. Με την μορφή σπορίων, μπορεί να παραμείνει στο περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να βρεθεί το φυτό ξενιστής (πλατάνι) ώστε να το μολύνει. Για να περιοριστεί η ασθένεια και να μειωθεί ο κίνδυνος επέκτασής της, απαγορεύεται η φύτευση πλατάνων σε περιοχές που έχει εντοπιστεί το παθογόνο.
Η φύτευση άλλων δένδρων, στην θέση των παλαιότερων πλατάνων, είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί το πράσινο εντός των πόλεων. Η χρήση δένδρων σφενδάμου (Acer sp.) και υγράμβαρης (Liquidambar sp.), αποτελούν καλές εναλλακτικές για την αντικατάσταση των πλατάνων. Αυτά τα είδη είναι φυλλοβόλα, πλατύφυλλα με γρήγορη ανάπτυξη που μπορούν σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να αποκτήσουν πλούσια κόμη και να προσφέρουν σκίαση.
Χρονολογία:
2013
Εξέλιξη της ασθένειας. Πηγή δεδομένων εξάπλωσης: ΥΠΑΑΤ
Φόρτωση...
Συμπτώματα Ασθένειας Πλατάνου
Μικροσκοπικές φωτογραφίες
Φόρτωση...
Οριοθετημένες περιοχές για τον περιορισμό του Ceratocystis platani
* Μπορείτε να κάνετε ζουμ και να περιηγηθείτε μέσα στο χάρτη.